Ολοκληρωμένη αντιμετώπιση μιας ασθένειας σημαίνει τη συνεχή συμμετοχή ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια της νόσου, σε συνεργασία μεταξύ τους, για να εξασφαλιστεί το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον/την ασθενή.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της διάγνωσης και της θεραπείας του/της, ο/η κάθε ασθενής με σάρκωμα θα χρειαστεί μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση, τη συμβουλή ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων, που θα συμβάλουν στην απόφαση των διαγνωστικών διαδικασιών και των θεραπευτικών χειρισμών. Η ομάδα εξειδικευμένων ιατρών αντιμετωπίζουν τον/την κάθε ασθενή ξεχωριστά, αλλά συνεδριάζουν τακτικά στις κομβικές στιγμές:

Στη διαγνωστική περίοδο η ομάδα θα εκτιμήσει τα συμπτώματα και τους απεικονιστικούς ελέγχους για να συμπεράνει τον τρόπο διενέργειας της βιοψίας, γεγονός που θα έχει επίπτωση στις χειρουργικές κι ακτινοθεραπευτικές τεχνικές που θα ακολουθήσουν. Επίσης, θα εξετάσει την ανάγκη περαιτέρω διαγνωστικών ελέγχων, ώστε να συλλεχθούν περισσότερες πληροφορίες για να αποφασιστεί ένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο. Με την τελική ιστολογική διάγνωση από τον παθολογοανατόμο, προγραμματίζεται το θεραπευτικό πλάνο, το οποίο ενέχεται να εμπεριέχει εισαγωγική χημειοθεραπεία, χειρουργείο, χημειοθεραπεία ή/κι ακτινοθεραπεία, σε διαφορετικούς συνδυασμούς.

Κατά τη θεραπευτική περίοδο οι εξειδικευμένοι ιατροί μελετούν κάθε ασθενή μετά το τέλος του κάθε μέρους του θεραπευτικού πλάνου. Έτσι, ο προγραμματισμός ή η ακριβής τεχνική του επόμενου βήματος της θεραπείας μπορεί να επαναπροσδιοριστεί ανάλογα με τα αποτελέσματα μιας εισαγωγικής θεραπείας ή μπορεί η ανάγκη επικουρικής θεραπείας να γίνει σαφέστερη ή να απορριφθεί, σύμφωνα με τα αποτελέσματα ενός χειρουργείου. Η έκδοση του αρχικού θεραπευτικού πλάνου είναι ο γενικός οδηγός της θεραπείας των ασθενών, αλλά η ανανέωσή του μετά από κάθε βήμα είναι εξίσου σημαντική για τη βέλτιστη έκβαση.

Κατά την παρακολούθηση θα χρειαστεί η συμβουλή όλων των ιατρών της ομάδας για την άμεση αντιμετώπιση πιθανών υποτροπών της νόσου.

Η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση απαντά στις δυσκολίες που θέτουν τα σαρκώματα:

Στη διάγνωση

Η σπανιότητα κι η ετερογένεια των σαρκωμάτων καθιστά απαραίτητη την εξειδίκευση ακτινοδιαγνωστών και παθολογοανατόμων, εφόσον η διάγνωση κι η σταδιοποίηση είναι κρίσιμες για την απόφαση των θεραπειών που θα ακολουθήσουν. Μια λανθασμένη διάγνωση μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις για τους ασθενείς και την έκβαση της νόσου τους. Επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η μελέτη της βιοψίας από εξειδικευμένο παθολογοανατόμο στα σαρκώματα αλλάζει την προγενέστερη διάγνωση σε περισσότερο από το 40% των περιπτώσεων, με σωτήριες επιπτώσεις για τον ασθενή.

Ο εξειδικευμένος παθολογοανατόμος είναι εξοικειωμένος με τις τελευταίες εξελίξεις στην κατάταξη των σαρκωμάτων σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και μπορεί να προβλέψει τη συμπεριφορά του όγκου. Επίσης, έχει πρόσβαση σε μοριακές διαγνωστικές μεθόδους και διασυνδέσεις για μελέτη της διάγνωσης από δεύτερο εξειδικευμένο παθολογοανατόμο. 

Στη θεραπεία

Το χειρουργείο των σαρκωμάτων απαιτεί χειρουργούς με μεγάλη εμπειρία στον συγκεκριμένο τύπο καρκίνου. Τα επιστημονικά δεδομένα αναφέρουν ότι πάνω από το 50% των σαρκωμάτων μαλακών μορίων δε χειρουργούνται σωστά εκτός μιας εξειδικευμένης ομάδας, με σημαντικές επιπτώσεις στην έκβαση της ασθένειας. Ένας χειρουργός σαρκωμάτων μαλακών μορίων χειρουργεί 30 με 40 σαρκώματα κάθε χρόνο και συμμετέχει σε εθνικές και διεθνείς ομάδες εργασίας και συνέδρια σαρκωμάτων. Λόγω της σπανιότητας των οστικών σαρκωμάτων, κι οι εξειδικευμένοι ορθοπεδικοί πρέπει να έχουν εμπειρία στη θεραπεία των σαρκωμάτων, αλλά δεν απαιτείται συγκεκριμένος αριθμός επεμβάσεων κάθε χρόνο. Επειδή περίπου το 50% των ασθενών που χειρουργούνται θα υποτροπιάσει, η αρχική συμμετοχή εξειδικευμένων ογκολόγων κι ακτινοθεραπευτών είναι απαραίτητη για την εφαρμογή πολυεπιστημονικών θεραπευτικών πλάνων.

Ο εξειδικευμένος ακτινοθεραπευτής γνωρίζει τις κλινικές ιδιαιτερότητες των διαφόρων ιστότυπων σαρκωμάτων και καθορίζει την καταλληλότερη δόση ακτινοβολίας στην κάθε περίπτωση, καθώς και τη μέθοδο και την τεχνική με την οποία θα επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα. Αντιμετωπίζει τις οξείες κι όψιμες παρενέργειες της ακτινοβολίας, έχει πρόσβαση στις πιο σύγχρονες τεχνικές και συμμετέχει σε συνεργατικές ομάδες έρευνας σαρκώματος σε εθνικό ή/και διεθνές επίπεδο.

Ο παθολόγος-ογκολόγος συμμετέχει στη θεραπεία σχεδόν όλων των ασθενών με προχωρημένο σάρκωμα, όλων των ασθενών με οστεοσάρκωμα και σάρκωμα Ewing (εκτός εξαιρέσεων) και πολλών ασθενών με σάρκωμα μαλακών μορίων υψηλού κινδύνου και GIST με εντοπισμένη νόσο. Η συστηματική θεραπεία πρέπει να σχεδιαστεί από τον εξειδικευμένο ογκολόγο από την αρχή του θεραπευτικού πλάνου, συνεργαζόμενος με την υπόλοιπη εξειδικευμένη ομάδα. Ο ογκολόγος γνωρίζει τις διαφορετικές συστηματικές θεραπείες ανάλογα με τα παθολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά του ασθενούς και παρακολουθεί τακτικά τους ασθενείς με σάρκωμα μετά τη θεραπεία, για την έγκαιρη διάγνωση τοπικής ή μεταστατικής υποτροπής. Ο εξειδικευμένος ογκολόγος, πρέπει να έχει αποκτήσει εμπειρία σε εξειδικευμένα κέντρα σαρκωμάτων και τα σαρκώματα πρέπει να αποτελούν βασικό αντικείμενο της δουλειάς του, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να συμμετέχει σε συνεργατικές ομάδες έρευνας σαρκώματος σε εθνικό ή/και διεθνές επίπεδο. 

Ανισότητα 

Η ύπαρξη εξειδικευμένων ομάδων κι η πρόσβαση ασθενών με σάρκωμα στην ολοκληρωμένη αντιμετώπιση δεν είναι ίδια σε διαφορετικές περιοχές της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς με σάρκωμα στην κεντρική κι ανατολική Ευρώπη έχουν χαμηλότερο ποσοστό πενταετούς επιβίωσης. Οι ευρωπαϊκές προσπάθειες, όπως το EURACAN, σε συνεργασία με τις εθνικές ομάδες σαρκωμάτων, προσπαθούν να αναβαθμίσουν την ιατρική φροντίδα των ασθενών με σάρκωμα σε αυτές τις περιοχές.

Νέοι ασθενείς

Πολλοί ασθενείς με σάρκωμα είναι έφηβοι και νέοι ενήλικες. Οι ανάγκες αυτής της ομάδας είναι ιδιαίτερες κι η ιατρική φροντίδα τους πολλές φορές δεν είναι ολιστική, παραβλέποντας σημαντικούς παράγοντες, όπως η ψυχολογία τους, η εξασφάλιση της γονιμότητάς τους κ.ά.

Επιβίωση

Οι ασθενείς με σάρκωμα, συνήθως μικρής ηλικίας, αντιμετωπίζουν ένα ευρύ φάσμα μακροχρόνιων παρενεργειών. Επομένως, ο χρόνος παρακολούθησής τους είναι μεγαλύτερος από την παρακολούθηση ασθενών με πιο συχνούς καρκίνους. Με δεδομένα τα κενά στη μακροχρόνια φροντίδα ασθενών σε πολλά συστήματα υγείας, η συνεχής κι η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση από εξειδικευμένους ιατρούς επί μακρόν κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική για την ποιότητα ζωής των ασθενών.

 

«Διαβάστε τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τον Καρκίνου (ECCO) εδώ».