Το λιποσάρκωμα είναι το σάρκωμα του λιπώδους ιστού. Είναι το πιο συχνό ή το δεύτερο πιο συχνό (ανάλογα με τις βιβλιογραφικές σειρές ασθενών) σάρκωμα του ενήλικα. Το πρώτο σύμπτωμα είναι η εντόπιση μιας μάζας που μεγαλώνει. Μερικές φορές, προέρχεται από ένα μικρό λίπωμα αρχίζει να μεγαλώνει μετά από χρόνια σταθερότητας.

Παρόλο που χρησιμοποιείται ο ενιαίος όρος «λιποσάρκωμα», αναγνωρίζονται τρεις διαφορετικοί τύποι με διαφορετική πορεία, πρόγνωση κι ανταπόκριση στις θεραπείες: το καλά διαφοροποιημένο/ αποδιαφοροποιημένο λιποσάρκωμα, το μυξοειδές/στρογγυλοκυτταρικό λιποσάρκωμα και το πλειόμορφο λιποσάρκωμα. 

                  

Το καλά διαφοροποιημένο λιποσάρκωμα είναι ένας όγκος χωρίς την ικανότητα να δημιουργήσει μεταστάσεις. Το κλινικό πρόβλημα είναι ότι μεγαλώνει ανεξέλεγκτα, καταλαμβάνοντας τον χώρο των οργάνων γύρω του και προκαλώντας τη δυσλειτουργία τους. Αποτελεί περίπου το 40-50% των λιποσαρκωμάτων και θεωρείται χημειοανθεκτικό, δηλαδή, δεν ανταποκρίνεται στα διαθέσιμα χημειοθεραπευτικά σχήματα. Μετά από ένα χειρουργείο, η τοπική υποτροπή είναι πιθανή έως και πολύ πιθανή, απαιτώντας απανωτές χειρουργικές επεμβάσεις. Ο προγραμματισμός του χειρουργείου κι η παρέμβαση ενός χειρουργού εξειδικευμένου στη θεραπεία των σαρκωμάτων είναι ο μόνος παράγοντας που μπορεί να μειώσει αυτή την πιθανότητα.

Το αποδιαφοροποιημένο λιποσάρκωμα αποτελεί περίπου το 15% των λιποσαρκωμάτων. Συνήθως πρόκειται για μια εξέλιξη ενός καλά διαφοροποιημένου λιποσαρκώματος που αποκτά χαρακτηριστικά υψηλής κακοήθειας, με συχνές τοπικές υποτροπές και την ικανότητα να δημιουργήσει μεταστάσεις, οι οποίες συχνά εντοπίζονται στους πνεύμονες. Είναι πιο επιθετικό και δεν είναι χημειοευαίσθητο, δηλαδή, ανταποκρίνεται μερικώς στα διαθέσιμα χημειοθεραπευτικά φάρμακα.

Το μυξοειδές λιποσάρκωμα διαγιγνώσκεται συνήθως σε άτομα νεαρής ηλικίας, πιο συχνά στον μηρό. Είναι ένα επιθετικό σάρκωμα με δυνατότητα μετάστασης σε οποιοδήποτε σημείο, συμπεριλαμβανομένων των οστών κι άλλων συνδετικών ιστών. Περίπου ένα 30% των λιποσαρκωμάτων είναι μυξοειδή, τα οποία μπορούν να εμφανίζουν μικρά, στρογγυλά κύτταρα, σε διάφορα ποσοστά σε σχέση με τα λιποκύτταρα. Όταν πάνω από το 5% του όγκου αποτελείται από στρογγυλά κύτταρα, τότε ονομάζεται «στρογγυλοκυτταρικό λιποσάρκωμα», με υψηλότερο βαθμό κακοήθειας και δυσμενέστερη πρόγνωση. Ανταποκρίνεται εξαιρετικά καλά στην τραβεκτεδίνη και στην ακτινοθεραπεία. Επίσης, είναι η μοναδική περίπτωση στα σαρκώματα που ενδείκνυται μαγνητική τομογραφία ολόκληρου του σώματος, για την εντόπιση ενδεχόμενων μεταστάσεων στα οστά και σε άλλα μαλακά μόρια.

Το πλειόμορφο λιποσάρκωμα είναι σπάνιο σάρκωμα, που αποτελεί μόνο ένα 5% των λιποσαρκωμάτων. Πρόκειται για ένα επιθετικό σάρκωμα, πολύ ικανό να δημιουργήσει μεταστάσεις, ενώ οι τοπικές υποτροπές δεν είναι τόσο συχνές. Είναι χημειοευαίσθητο κι ακτινοευαίσθητο. 

Η διάγνωση του λιποσαρκώματος απαιτεί μια μαγνητική τομογραφία της περιοχής του μορφώματος και μια αξονική τομογραφία, αν και το μυξοειδές λιποσάρκωμα είναι το μόνο που θα χρειαστεί μια μαγνητική τομογραφία ολοκλήρου του σώματος. Η βιοψία είναι απαραίτητη, εφόσον είναι αδύνατη η εξακρίβωση των διαφορετικών υποτύπων μόνο με απεικονιστικές εξετάσεις. 

Η θεραπεία πρώτης επιλογής είναι το χειρουργείο, πραγματοποιημένο πάντα από εξειδικευμένο χειρουργό με την υποστήριξη μιας εξειδικευμένης, πολυεπιστημονικής ομάδας. Η εφαρμογή εισαγωγικής ή επικουρικής θεραπείας θα εξαρτηθεί από παραμέτρους που σχετίζονται με την ιστολογική διάγνωση και με τον ασθενή. Το συνολικό θεραπευτικό πλάνο πρέπει να έχει προγραμματιστεί από την πολυεπιστημονική ομάδα εξειδικευμένων ιατρών εκ των προτέρων, αμέσως μετά τη βιοψία και πριν από οποιαδήποτε επέμβαση.