Το λειομυοσάρκωμα είναι η κακοήθεια των λείων μυών, τους οποίους συναντάμε στο τοίχωμα των οργάνων και των αγγείων, στη βάση των τριχών στο δέρμα και στο εσωτερικό του ματιού. Είναι το πιο συχνό ή το δεύτερο πιο συχνό (ανάλογα με τις βιβλιογραφικές σειρές ασθενών) σάρκωμα του ενήλικα. Οι πιο συνηθισμένες εντοπίσεις είναι η μήτρα (link to Γυναικολογικά σαρκώματα), το οπισθοπεριτόναιο (ο χώρος όπου βρίσκονται τα νεφρά, πίσω από τα έντερα) και το τοίχωμα των μεγάλων αγγείων. Η επιδημιολογία, η πορεία της νόσου κι η ανταπόκριση στις θεραπείες διαφέρει μεταξύ του λειομυοσαρκώματος της μήτρας κι άλλων εντοπίσεων και γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρούνται δυο διαφορετικές ασθένειες.

Το λειομυοσάρκωμα είναι ένας επιθετικός όγκος, με υψηλό κίνδυνο μετάστασης (περίπου στο 40-50% των ασθενών). Πολλές φορές ο όγκος μεγαλώνει χωρίς να προκαλέσει κανένα σύμπτωμα, κυρίως όταν αναπτύσσεται στο οπισθοπεριτόναιο. Όπως με οποιοδήποτε άλλο σάρκωμα, η διάγνωσή του απαιτεί, μετά από μια μαγνητική, μια βιοψία, την οποία θα εξετάσει ένας παθολογοανατόμος εξειδικευμένος στη διάγνωση σαρκωμάτων. 

Η θεραπεία πρώτης επιλογής είναι το χειρουργείο, πραγματοποιημένο πάντα από εξειδικευμένο χειρουργό με την υποστήριξη μιας εξειδικευμένης, πολυεπιστημονικής ομάδας. Η εφαρμογή εισαγωγικής ή επικουρικής θεραπείας θα εξαρτηθεί από παραμέτρους που συσχετίζονται με την ιστολογική διάγνωση και με τον ασθενή. Το συνολικό θεραπευτικό πλάνο πρέπει να έχει προγραμματιστεί από την πολυεπιστημονική ομάδα εξειδικευμένων ιατρών εκ των προτέρων, αμέσως μετά τη βιοψία και πριν από οποιαδήποτε επέμβαση.