Το σάρκωμα Kaposi έχει σχετιστεί με τη λοίμωξη από τον ανθρώπινο ερπητοϊό 8 (HHV-8). Η συγκεκριμένη επιπλοκή της λοίμωξης του ερπητοϊού 8 είναι πιο συχνή στον πληθυσμό με μη ελεγχόμενη λοίμωξη από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Το σάρκωμα Kaposi αναπτύσσεται από τα κύτταρα του ενδοθηλίου των λεμφαγγείων και πολύ συχνά, το πρώτο όργανο όπου εμφανίζεται είναι το δέρμα, κυρίως στα κάτω άκρα.

Υπάρχουν τέσσερις κλινικοί υπότυποι, ανάλογα με τον πληθυσμό που προσβάλλεται:

Κλασικό σάρκωμα Kaposi, που εμφανίζεται σε υγιή άτομα συνήθως άνω των 65 ετών.

Ενδημικό σάρκωμα Kaposi, που περιορίζεται στην υποσαχάρια Αφρική.

Ιατρογενές σάρκωμα Kaposi, που εμφανίζεται στους ανθρώπους που λαμβάνουν χρόνια ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.

Επιδημικό σάρκωμα Kaposi, που συσχετίζεται με προχωρημένη λοίμωξη από HIV κι αποτελεί διαγνωστικό κριτήριο συνδρόμου της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS).

Η διάγνωση απαιτεί μια βιοψία του δέρματος και μια αξονική τομογραφία. Η εντόπισή του στο δέρμα δυσκολεύει το αποτελεσματικό χειρουργείο, το οποίο αποφεύγεται στο συγκεκριμένο σάρκωμα. Υπάρχουν άλλοι τοπικοί χειρισμοί, όπως ακτινοθεραπεία, κρυοθεραπεία ή λέιζερ, οι οποίες έχουν οφέλη σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Η χημειοθεραπεία αποτελεί την κύρια θεραπεία του σαρκώματος Kaposi. Σε κάποιες περιπτώσεις, η θεραπεία προτείνεται να αναβληθεί έως και δυο χρόνια από τη διάγνωση, λόγω της αργής εξάπλωσης του συγκεκριμένου σαρκώματος. Οι ασθενείς με σάρκωμα Kaposi χρήζουν ιδιαίτερης φροντίδας λόγω χαμηλής ανοχής στις τοξικότητες της συστηματικής θεραπείας κι ο εξειδικευμένος ογκολόγος θα επιλέξει τη χημειοθεραπεία που μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε ασθενή.