Η επιθετικότητα των σαρκωμάτων συχνά απαιτεί διάφορους, διαδοχικούς θεραπευτικούς χειρισμούς, που ακολουθούν ένα ακριβές θεραπευτικό πλάνο. Οι θεραπευτικοί χειρισμοί μπορούν να είναι συστηματικοί (χημειοθεραπεία) ή τοπικοί (χειρουργείο, ακτινοθεραπεία, επεμβατική ακτινολογία). Όλοι οι εξειδικευμένοι ιατροί συμμετέχουν στη σωστή θεραπεία ενός σαρκώματος, είτε διαδοχικά, είτε ταυτόχρονα, είτε συμβουλευτικά, κατά την εκπόνηση του θεραπευτικού πλάνου. 


Το χειρουργείο

Το χειρουργείο είναι η κύρια θεραπεία ενός σαρκώματος. Πρέπει, ωστόσο, να ληφθούν υπόψιν πολλοί παράγοντες πριν προγραμματιστεί ένα χειρουργείο, όπως το στάδιο της νόσου κι η θέση της πρωτοπαθούς εστίας. Ένα σωστά πραγματοποιημένο χειρουργείο από εξειδικευμένο χειρουργό μπορεί να θεραπεύσει πάνω από το 50% των ασθενών με σάρκωμα κι είναι η πρώτη επιλογή στα σαρκώματα που διαγιγνώσκονται σε πρώιμο στάδιο. Επιπλέον, το χειρουργείο μπορεί να έχει σημαντικό ρόλο ακόμα και σε περιπτώσεις τοπικής υποτροπής και μεταστατικού σαρκώματος. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η χειρουργική επέμβαση είναι υψίστης σημασίας και μπορεί να καθορίσει τα ποσοστά επιβίωσης του ασθενούς, γιατί η μετεγχειρητική κατάσταση των χειρουργικών ορίων αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες κινδύνου τοπικής υποτροπής.

Ένας έμπειρος χειρουργός εξειδικευμένος στα σαρκώματα, θα πραγματοποιήσει ένα χειρουργείο με αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας όσον αφορά στα χειρουργικά όρια και πρόσφατα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η εμπειρία του χειρουργού στην αφαίρεση σαρκωμάτων είναι ένας προγνωστικός παράγοντας για την επιβίωση των ασθενών π.χ. με οπισθοπεριτοναϊκό σάρκωμα.

Λόγω της συχνής εντόπισης στα άκρα, οι ορθοπεδικοί είναι οι χειρουργοί που συνήθως πραγματοποιούν τα χειρουργεία των οστικών σαρκωμάτων, τα οποία απαιτούν συχνά τοποθέτηση προθέσεων και προκαλούν πιο μακροχρόνιες επιπλοκές. Οι γενικοί χειρουργοί εξειδικευμένοι στα σαρκώματα πραγματοποιούν πολυσπλαχνικές εκτομές, συμπεριλαμβανομένων των πεπτικών κι ουρολογικών οργάνων, σε ένα μπλοκ. Μια πολυεπιστημονική χειρουργική ομάδα απαιτείται για εξαιρέσεις οργάνων, όπως για παράδειγμα οι πνεύμονες, τα όργανα του ουρογεννητικού συστήματος ή τα μεγάλα αγγεία με επανόρθωση του ελλείματος. 


Η επεμβατική ακτινολογία

Ο επεμβατικός ακτινολόγος συμμετέχει στη λήψη βιοψίας, αλλά έχει εξίσου σημαντικό ρόλο και στη θεραπεία σαρκωμάτων που δεν επιδέχονται χειρουργικής επέμβασης λόγω της ανατομικής θέσης του όγκου, μέσω τεχνικών επεμβατικής ακτινολογίας.

Οι τεχνικές επεμβατικής ακτινολογίας (ραδιοσυχνική απόσπαση, χημειοεμβολισμός και διαδερμική κρυοθεραπεία) περιορίζονται σήμερα στη θεραπεία μεταστάσεων κι υποτροπών, συνήθως με σκοπό την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Όμως, η θέση της στη θεραπεία των σαρκωμάτων καθίσταται ολοένα και πιο σημαντική κι είναι πιθανό να αποκτήσει κεντρικό ρόλο στο εγγύς μέλλον.


Η ακτινοθεραπεία

Η ακτινοθεραπευτική ογκολογία αποτελεί μια σημαντική ειδικότητα στην πολυεπιστημονική αντιμετώπιση των σαρκωμάτων κι η συμμετοχή του ακτινοθεραπευτή-ογκολόγου στον προγραμματισμό του θεραπευτικού πλάνου είναι απαραίτητη.

Χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας, υπάρχουν σήμερα διαφορετικά είδη ακτινοβολίας που χρησιμοποιείται στα σαρκώματα, όπως η ακτινοθεραπεία διαμορφούμενης έντασης της δέσμης (IMRT), η στερεοτακτική ακτινοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία με πρωτόνια, η ενδοεγχειρητική ακτινοθεραπεία (IORT) κ.ά.

Ο εξειδικευμένος στα σαρκώματα ακτινοθεραπευτής-ογκολόγος θα εξετάσει την ανάγκη ακτινοθεραπείας κι εφόσον ενδείκνυται, θα επιλέξει το είδος ακτινοβολίας σύμφωνα με την ιστολογική διάγνωση, με τη θέση του σαρκώματος και με άλλα σημαντικά κριτήρια.

Η χρήση της ακτινοβολίας με τον σκοπό να εξαφανίσει εντελώς τον καρκινικό όγκο ονομάζεται «ριζική ακτινοθεραπεία». Παρόλο που δεν αντικαθιστά τη χειρουργική επέμβαση, η ριζική ακτινοθεραπεία μπορεί να είναι χρήσιμη σε περιπτώσεις όπου ένα χειρουργείο δεν είναι εφικτό, λόγω της ανατομικής θέσης της πρωτοπαθούς ή μεταστατικής εστίας. 


Η εισαγωγική θεραπεία

Η νεοεπικουρική θεραπεία είναι η χημειοθεραπεία ή/και η ακτινοθεραπεία που χορηγείται πριν τον τοπικό χειρισμό, συνήθως το χειρουργείο, με εγγύτερο σκοπό τη μείωση της πιθανότητας τοπικών ή/και μεταστατικών υποτροπών και με απώτερο σκοπό την αύξηση της επιβίωσης. Η χημειοθεραπεία χορηγείται από τον παθολόγο-ογκολόγο κι η ακτινοθεραπεία από τον ακτινοθεραπευτή-ογκολόγο.

Στα σαρκώματα, δε χρησιμοποιείται ο όρος «νεοεπικουρική θεραπεία» διότι δεν επιδιώκουμε τη μείωση της πιθανότητας ενδεχόμενων υποτροπών με την προεγχειρητική χορήγηση θεραπειών. Εάν χορηγηθεί μια θεραπεία πριν το χειρουργείο στα σαρκώματα, είναι γιατί επιδιώκουμε τη μείωση του όγκου και τη διευκόλυνση της χειρουργικής τεχνικής, ώστε να αυξήσουμε τις πιθανότητες ελεύθερων χειρουργικών ορίων. Για τον λόγο αυτόν, η θεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί πριν το χειρουργείο στα σαρκώματα ονομάζεται «εισαγωγική».  

Η ανάγκη τόσο της εισαγωγικής, όσο και της επικουρικής θεραπείας είναι αμφιλεγόμενη για τα σαρκώματα μαλακών μορίων. Ο ρόλος τους είναι όμως καθοριστικός για τα σαρκώματα των οστών.

Μια εισαγωγική θεραπεία εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το σάρκωμα δεν είναι χειρουργήσιμο ή το χειρουργείο αμέσως μετά τη διάγνωση δεν μπορεί να εξασφαλίσει ελεύθερα χειρουργικά όρια. Η εισαγωγική θεραπεία έχει εξεσημασμένη σημασία στην αποφυγή ακρωτηριασμού του άκρου ή στην αποφυγή άλλων επεμβάσεων με μόνιμες επιπτώσεις. 

Μια εισαγωγική θεραπεία μπορεί να καταστήσει ένα μη χειρουργήσιμο σάρκωμα, χειρουργήσιμο με κατάλληλα όρια ή μπορεί να αποφευχθεί ένας ακρωτηριασμός, καθώς το σάρκωμα συρρικνώνεται σε όγκο και βελτιώνεται η νοσηρότητά του.

Η εισαγωγική θεραπεία μπορεί να είναι χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, στοχευμένες θεραπείες, αλλά και τοπικοί χειρισμοί όπως χημειοεμβολισμός ή περιοχική χημειοθεραπεία απομονωμένου άκρου.

Η ένδειξη των παραπάνω θεραπειών εξαρτάται από την ιστολογική διάγνωση κι από το στάδιο της νόσου, ενώ η επιλογή ανάμεσά τους λαμβάνεται μετά από μελέτη της κάθε περίπτωσης από ομάδα εξειδικευμένων ιατρών.

Η ένδειξη μιας εισαγωγικής θεραπείας πρέπει να μελετηθεί από όλη την ομάδα εξειδικευμένων ιατρών, διότι η εφαρμογή της καθυστερεί ένα ενδεχόμενο χειρουργείο. Δε θεωρείται δόκιμο να εφαρμοστεί μια εισαγωγική θεραπεία εάν η χειρουργική επέμβαση είναι εφικτή, συμπεριλαμβανομένων και περιπτώσεων μεγάλων σαρκωμάτων. Η κατάχρηση εισαγωγικής θεραπείας θεωρείται βλαβερή για τη συνολική επιβίωση των ασθενών και μπορεί να αποτελέσει μια μορφή άσκοπης, ακατάλληλης θεραπείας. 


Η περιοχική χημειοθεραπεία απομονωμένου άκρου (Isolated Limb Perfusion)

Πρόκειται για μια ενδοφλέβια χημειοθεραπεία, που χορηγείται τοπικά στο άκρο όπου εντοπίζεται το σάρκωμα. Η ένδειξη αυτής της τεχνικής περιορίζεται σχεδόν στα τοπικά προχωρημένα σαρκώματα των άκρων, όπου το χειρουργείο απαιτεί ακρωτηριασμό και δεν ανταποκρίθηκε σε ακτινοθεραπεία. Σημειωτέο είναι, όμως, ότι δεν ωφελούνται όλοι οι ιστότυποι από περιοχική χημειοθεραπεία κι η ένδειξή της πρέπει να μελετηθεί από ομάδα εξειδικευμένων ιατρών. Παρόλο που αποκλείει τη συστημική τοξικότητα της χημειοθεραπείας, δεν είναι μια ακίνδυνη τεχνική και πραγματοποιείται μόνο σε συγκεκριμένα κέντρα κι από έμπειρους ιατρούς.

Η προεγχειρητική εκτίμηση της ανταπόκρισης στην εισαγωγική θεραπεία είναι πολύ σημαντική για τον προγραμματισμό ενός επιτυχούς χειρουργείου. Επιπλέον, είναι σημαντικό να επιβεβαιωθεί η ανταπόκριση ιστολογικά, διότι αυτό θα καθορίσει την ανάγκη ή όχι περαιτέρω θεραπειών.



Η εκτίμηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία

Μια θεραπεία που εξαλείφει τα καρκινικά κύτταρα που αποτελούν τον όγκο, οδηγεί στη μείωση των διαστάσεών του κι αυτό είναι εμφανές στις απεικονιστικές εξετάσεις. Όταν ο όγκος έχει μειωθεί μετά από μια θεραπεία, λέμε ότι ανταποκρίνεται σε αυτή τη θεραπεία. Αντιθέτως, αν ο όγκος μεγαλώνει ή εμφανίζονται νέες εστίες, τα καρκινικά κύτταρα δεν ανταποκρίνονται, ο θεραπευτικός χειρισμός δεν είναι ωφέλιμος κι είναι απαραίτητη η εφαρμογή ένας διαφορετικού χειρισμού.

Η προεγχειρητική εκτίμηση της ανταπόκρισης στην εισαγωγική θεραπεία είναι πολύ σημαντική για τον προγραμματισμό ενός επιτυχούς χειρουργείου. Επιπλέον, είναι σημαντικό να επιβεβαιωθεί η ανταπόκριση ιστολογικά, διότι αυτό θα καθορίσει την ανάγκη ή όχι περαιτέρω θεραπειών. Στην εκτίμηση της ανταπόκρισης συμμετέχουν ο ακτινολόγος κι ο παθολογοανατόμος.

Ο ακτινολόγος στην εκτίμηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία

Επειδή η βιοψία είναι μια επεμβατική διαδικασία με ενδεχόμενους κινδύνους, δε χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.

Ο ακτινοδιαγνώστης κατέχει τις γνώσεις να εκτιμήσει αυτή την ανταπόκριση με βάση την απεικόνιση.

Τα σαρκώματα απαιτούν ιδιαίτερα ακτινολογικά συστήματα απεικόνισης που διαφέρουν από εκείνα που χρησιμοποιούνται ευρέως στην ογκολογία, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη ακτινοδιαγνωστών με εξειδίκευση στα σαρκώματα.



Ο παθολογοανατόμος στην εκτίμηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία

Μετά από μια πιθανή χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του όγκου, ο όγκος θα εξετασθεί εξ ολοκλήρου από τον παθολογοανατόμο για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση και να αξιολογήσει μικροσκοπικά τα εγχειρητικά όρια. Στην περίπτωση προηγηθείσας εισαγωγικής θεραπείας, ο παθολογοανατόμος θα αξιολογήσει επίσης την ιστολογική ανταπόκριση.

Πολύ συχνά, η ιστολογική εξέταση απαιτεί τη χρήση χρωστικών ουσιών, γνωστά ως «ανοσοαντισώματα», για να εξακριβωθεί η διάγνωση. Η ανοσοϊστοχημεία μπορεί να καθυστερήσει την τελική διάγνωση, αλλά είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις όπου δε δύναται εξ αρχής η ακριβής ταυτοποίηση του σαρκώματος.

Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και κατηγορηματικά όχι σε όλες τις περιπτώσεις, απαιτείται η χρήση διαφόρων τεχνικών μοριακής βιολογίας. Ο σκοπός τους είναι να προσδιοριστούν ορισμένες γενετικές διαταραχές στο DNA του όγκου. Η παρουσία αυτών των γενετικών διαταραχών επιβεβαιώνει τη διάγνωση, εκεί που ο εξειδικευμένος παθολογοανατόμος κρίνει ότι είναι χρήσιμη πληροφορία, ενώ μπορεί και να τις καταστήσει θεραπευτικούς στόχους.


Η επικουρική θεραπεία

Η επικουρική θεραπεία είναι η χημειοθεραπεία ή/και η ακτινοθεραπεία που χορηγείται μετά τον τοπικό χειρισμό, συνήθως το χειρουργείο, και συμπληρωματική σε αυτό, με εγγύτερο σκοπό τη μείωση της πιθανότητας τοπικών ή/και μεταστατικών υποτροπών και με απώτερο σκοπό την αύξηση της επιβίωσης. Η επικουρική θεραπεία χορηγείται σε όλες τις περιπτώσεις οστικών σαρκωμάτων, ενώ η ένδειξη στα σαρκώματα μαλακών μορίων είναι αμφιλεγόμενη και βασίζεται σε πολλούς παράγοντες, όπως η ποιότητα του χειρουργείου κι ο βαθμός κακοήθειας του σαρκώματος.

Ο βαθμός κακοήθειας είναι το αποτέλεσμα ενός στατιστικού αλγόριθμου που εκτιμά την πιθανότητα να εμφανίσει μεταστάσεις ο συγκεκριμένος όγκος.


Έτσι, ένα σάρκωμα μπορεί να έχει χαμηλό, ενδιάμεσο ή υψηλό βαθμό κακοήθειας. Αυτή η πληροφορία είναι βασική για την εφαρμογή εισαγωγικής ή επικουρικής θεραπείας. 


Η επικουρική ακτινοθεραπεία

Μετά από ένα χειρουργείο R0, μπορεί να χορηγηθεί ακτινοθεραπεία για να καταστρέψει τις ενδεχόμενες μικροσκοπικές εστίες του σαρκώματος πλησίον του εξαιρεθέντος όγκου, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα τοπικής υποτροπής. Αυτό συμβαίνει διότι έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις χειρουργείων R0 (το σάρκωμα έχει θεραπευτεί μόνο με χειρουργείο) που παρουσιάζουν υποτροπή, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για «ψευδή χειρουργεία R0», ενώ στην πραγματικότητα ήταν χειρουργεία R1 (το σάρκωμα δεν έχει θεραπευτεί και θα υποτροπιάσει τοπικά στο μέλλον). Είναι, ωστόσο, πολύ σημαντικό να εξετασθούν πολλοί παράγοντες κινδύνου από τους θεράποντες ιατρούς, πριν χορηγηθεί μια επικουρική ακτινοθεραπεία σε έναν ασθενή με χειρουργείο R0.

Η επικουρική ακτινοθεραπεία μπορεί να χορηγηθεί επίσης για τη θεραπεία των σαρκωμάτων μαλακών μορίων που δεν επιδέχονται ένα χειρουργείο R0 λόγω ανατομικής θέσης, εφόσον αυτό το χειρουργείο θα είχε ως συνέπεια τη βαριά κι αμετάκλητη αναπηρία του ασθενούς. Επισημαίνεται ότι μόνο μια πολυεπιστημονική ομάδα ιατρών εξειδικευμένων στα σαρκώματα μπορεί να αποφανθεί να προχωρήσει σε ένα ατελές χειρουργείο R1 με επικουρική ακτινοθεραπεία.

Η επικουρική ακτινοθεραπεία ΔΕ χρησιμοποιείται για:

- Την κάλυψη ακατάλληλων χειρουργείων R1 όταν ένα δεύτερο χειρουργείο είναι εφικτό.

- Την αποφυγή μεγάλης χειρουργικής επέμβασης.

- Την αποφυγή παραπομπής του ασθενούς σε χειρουργό εξειδικευμένο στα σαρκώματα.


Η απόφαση του να χορηγηθεί ή όχι επικουρική ακτινοθεραπεία είναι εξατομικευμένη κι εξαρτάται από τους παράγοντες κινδύνου υποτροπής, αλλά κι από άλλους σχετιζόμενους με τον ασθενή παράγοντες. Επομένως, ο ακτινοθεραπευτής εξειδικευμένος στα σαρκώματα είναι ο μόνος ιατρός που μπορεί να πάρει τέτοια απόφαση κι αυτό με την υποστήριξη των άλλων εξειδικευμένων ιατρών που παρακολουθούν τον ασθενή.

 

Η επικουρική χημειοθεραπεία

Μετά από ένα χειρουργείο R0, μπορεί να χορηγηθεί χημειοθεραπεία για να καταστρέψει τις ενδεχόμενες μικρομεταστάσεις που δεν είναι ορατές με τις ακτινοδιαγνωστικές τεχνικές. Επειδή οι μικρομεταστάσεις δεν είναι ορατές, η επικουρική χημειοθεραπεία μπορεί μόνο να ενδείκνυται μετά από υπολογισμό της πιθανής ύπαρξής τους, βάσει παραγόντων κινδύνου.

Όπως η ακτινοθεραπεία, η χημειοθεραπεία μειώνει την πιθανότητα μεταστατικής υποτροπής, αλλά δεν την εκμηδενίζει. Για να θεωρείται αποδοτική, μια επικουρική χημειοθεραπεία πρέπει να χορηγηθεί ολόκληρη και σε πλήρες δόσεις, το οποίο είναι μια πρόσκληση για ασθενείς ηλικίας άνω των 40 ετών. 

Δεν υπάρχει σαφής ένδειξη της επικουρικής χημειοθεραπείας στα σαρκώματα και λόγω τοξικοτήτων κι άλλων ιδιαιτεροτήτων (φαρμακοκινητικών και φαρμακοδυναμικών) της χημειοθεραπείας των σαρκωμάτων, η απόφαση του να χορηγηθεί ή όχι επικουρική χημειοθεραπεία είναι εξατομικευμένη κι εξαρτάται από τους παράγοντες κινδύνου υποτροπής, αλλά κι από άλλους σχετιζόμενους με τον ασθενή παράγοντες.

Επομένως, ο παθολόγος-ογκολόγος εξειδικευμένος στα σαρκώματα είναι ο μόνος ιατρός που μπορεί να πάρει τέτοια απόφαση κι αυτό με την υποστήριξη των άλλων εξειδικευμένων ιατρών που παρακολουθούν τον ασθενή.

Η επικουρική χημειοθεραπεία έχει ένδειξη μόνο για τα σαρκώματα που εντοπίζονται στα άκρα. Εάν η επικουρική χημειοθεραπεία ωφελεί και τα σαρκώματα άλλων εντοπίσεων είναι άγνωστο κι υπάρχουν ιστότυποι που δεν έχουν καμία ανταπόκριση στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην επικουρική χημειοθεραπεία. Επομένως, η χρήση χημειοθεραπείας σε ασθενείς με έναν από αυτούς τους ιστότυπους, θα προκαλέσει σοβαρές τοξικότητες χωρίς κανένα όφελος.


Η παρακολούθηση

Η πολυεπιστημονική παρακολούθηση των ασθενών είναι απαραίτητη. Ο χειρουργός ή ο ορθοπεδικός θα πρέπει να παρακολουθήσει τις άμεσες και τις έμμεσες επιπλοκές του χειρουργείου και του προθετικού υλικού, εφόσον υπάρχει, ενώ ο ακτινοθεραπευτής-ογκολόγος θα πρέπει να παρακολουθήσει ενδεχόμενες τοξικότητες από την ακτινοθεραπεία, οι οποίες μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η παρακολούθηση από παθολόγο-ογκολόγο επικεντρώνεται στη διαπίστωση υποτροπής. Μετά από μια τοπική θεραπεία, με ή χωρίς επικουρικές θεραπείες, υπάρχει κίνδυνος υποτροπής της νόσου, τόσο τοπικά, όσο κι απομακρυσμένα. Η σπανιότητα κι η ετερογένεια των σαρκωμάτων καθιστούν αδύνατο να υπάρχουν σαφείς οδηγίες για την παρακολούθησή τους, η οποία θα εξαρτηθεί από την κάθε περίπτωση, υπολογίζοντας πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.

Υπάρχουν διάφορες προσπάθειες για να τεθούν χρονοδιαγράμματα επανελέγχων για τα σαρκώματα. Ακόμα όμως κι αν ακολουθούνται τα χρονοδιαγράμματα διεθνών οδηγιών, δεν είναι ασυνήθιστο να διαγνωσθεί κανείς με μια υποτροπή ανάμεσα σε δυο τακτικούς επανελέγχους.

Η παρακολούθηση από παθολόγο-ογκολόγο επικεντρώνεται στη διαπίστωση υποτροπής. Μετά από μια τοπική θεραπεία, με ή χωρίς επικουρικές θεραπείες, υπάρχει κίνδυνος υποτροπής της νόσου, τόσο τοπικά, όσο κι απομακρυσμένα. Η σπανιότητα κι η ετερογένεια των σαρκωμάτων καθιστούν αδύνατο να υπάρχουν σαφείς οδηγίες για την παρακολούθησή τους, η οποία θα εξαρτηθεί από την κάθε περίπτωση, υπολογίζοντας πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου. Υπάρχουν διάφορες προσπάθειες για να τεθούν χρονοδιαγράμματα επανελέγχων για τα σαρκώματα. Ακόμα όμως κι αν ακολουθούνται τα χρονοδιαγράμματα διεθνών οδηγιών, δεν είναι ασυνήθιστο να διαγνωσθεί κανείς με μια υποτροπή ανάμεσα σε δυο τακτικούς επανελέγχους.

Η πιθανότητα υποτροπής των ασθενών με σάρκωμα που έχουν χειρουργηθεί υπολογίζεται στο περίπου 50% των περιπτώσεων. Η αντιμετώπιση της υποτροπής είναι τόσο σημαντική, όσο εκείνη της αρχικής εστίας. Η ομάδα εξειδικευμένων ιατρών θα μελετήσει την περίπτωση, θα αξιολογήσει τις προηγούμενες θεραπείες και θα προγραμματίσει ένα νέο θεραπευτικό πλάνο.